Προς μια Πειραματική Ανασυγκρότηση των Επιστημολογικών Δεσμών μεταξύ Πειθούς και επιρροής
Στάμος Παπαστάμου
Σχολή Κοινωνικών Επιστημών και Ψυχολογίας, Τμήμα Ψυχολογίας
ΠΑΝΤΕΙΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
Τα τελευταία είκοσι χρόνια οι έρευνες πάνω στην κοινωνική επιρροή χαρακτηρίζονται από μια συστηματική προσπάθεια προσέγγισης των υπό μελέτη φαινομένων μέσω των μοντέλων διττής διαδικασίας. Μια αναμφισβήτητα θετική πλευρά αυτών των εργασιών συνίσταται στην ανάδειξη ποικίλων επιδράσεων του πλειοψηφικού και μειοψηφικού καθεστώτος της πηγής, σε σχέση με τα μονοδιάστατα προβλεπόμενα αποτελέσματα από τη θεωρία μεταστροφής του Moscovici.
Μια άλλη εξίσου ενδιαφέρουσα διάσταση του συγκεκριμένου ερευνητικού ρεύματος είναι, αναμφίβολα, η προβλεπόμενη «ανάγνωση» από τους συμμετέχοντες, της δυναμικής που παράγει η επιρροή χάρη στη συνδυασμένη ενεργοποίηση της κοινωνικής σύγκρισης και της γνωστικής επικύρωσης, μέσω της κεντρικότητας της γνωστικής επεξεργασίας του μηνύματος και της πηγής.
Αυτή η πρωτοκαθεδρία των θεωρητικών και μεθοδολογικών μοντέλων της πειθούς, σε βάρος εκείνων της επιρροής αφήνει ωστόσο ορισμένα ερωτήματα αναπάντητα, όπως , για παράδειγμα, τις επιπτώσεις της αποσύνδεσης/σύνδεσης του μηνύματος από την πηγή του στο επίπεδο του μεγέθους και του είδους της ασκούμενης επιρροής.
Με σκοπό να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, διενεργήσαμε μια σειρά πειραμάτων τα αποτελέσματα πέντε εκ των οποίων (σε συνολικό δείγμα 811 συμμετεχόντων) παρουσιάζονται εδώ.
Τα κυριότερα αποτελέσματα είναι τα ακόλουθα:
· Η μεθοδολογική τεχνική της λίστας σκέψεων, που αποτελεί sine qua nonτου εντοπισμού έντασης και κατεύθυνσης της γνωστικής διεργασίας του δέκτη επιρροής κατά τα τελευταία χρόνια σύγκλισης της μελέτης της πειθούς και της επιρροής, εμπλέκει αφεαυτής το υποκείμενο σε διαδικασία επικύρωσης καθώς μειώνει την άμεση και αυξάνει την έμμεση επιρροή.
· Επιβεβαιώνεται αφενός η «κλασσική» υπεροχή των ισχυρών έναντι των ασθενών επιχειρημάτων στο να γίνονται περισσότερα άμεσα αποδεκτά, αφετέρου-και κυριότερο, προκύπτει ότι τα ισχυρά επιχειρήματα αξιολογούνται ως περισσότερο συμβατικά και κοινότοπα.
· Αναδεικνύεται επιπλέον μια «κρυμμένη» δυναμική των ασθενών: προσλαμβανόμενα ως περισσότερο συγκρουσιακά και μειονοτικά προκαλούν έμμεση μειονοτική επιρροή σε συνθήκες όπου καθίσταται δυνατή η αποσύνδεση. Στην αντίθετη περίπτωση καθιστούν ευκολότερη την ανάδυση της ψυχολογιοποίησης, με αποτέλεσμα τις γνωστές καταστροφικές της συνέπειες ενάντια στη μειονοτική επιρροή.
· Επιβεβαιώνεται η σε μεγάλο βαθμό «ξεχασμένη» κατά τα τελευταία χρόνια, δυνατότητα των μειονοτήτων να ασκούν έμμεση επιρροή
· Ειδικά όταν παρέχεται στο δέκτη η δυνατότητα αποσύνδεσης των διεργασιών κοινωνικής σύγκρισης και επικύρωσης και όταν καθίσταται σαφής στο δέκτη επιρροής ο ομαδικός χαρακτήρας της μειονοτικής πηγής (έναντι του μειωμένου ποσοστού στήριξης του μηνύματος
· Τέλος, όσον αφορά στην επιρροή της πλειοψηφίας, αυτή φαίνεται να διευκολύνεται όταν η γνωστική διεργασία του δέκτη επιρροής κατευθύνεται στην πηγή του μηνύματος (βλ. ψυχολογιοποίηση) και όταν ο πλειοψηφικός χαρακτήρας του μηνύματος λαμβάνει την «κλασσική» μορφή της δεδομένης υψηλής αριθμητικής (ποσοστιαίας) στήριξης.
Ιστορικές μνήμες της Ελλάδας : περηφάνιας, τραυματικές και ντροπής
Άννα Μαντόγλου
Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Το περιεχόμενο της ιστορικής μνήμης των Ελλήνων δομείται γύρω από τρεις οργανωτικές αρχές: μία κυρίαρχη μνήμη, μια τραυματική λήθη (=λήθη φάρμακο) και μία λήθη ντροπής (= λήθη φαρμάκι). Η πρώτη οργανωτική αρχή συνδέεται μ’ ένα ένδοξο και νοσταλγικό παρελθόν μνήμης που παραπέμπει σε μια χρυσή και ηρωική εποχή. Η δεύτερη οργανωτική αρχή εκφράζει μια διαχρονική συγκρουσιακή σχέση λήθης με τον εθνικό άλλο, την Τουρκία, που συνδέεται με εθνικά γεγονότα τα οποία σηματοδότησαν την πορεία της ιστορίας και καθόρισαν την ελληνική εθνική ταυτότητα. Η τρίτη οργανωτική αρχή συνδέεται με τη λήθη των ενδο-εθνικών συγκρούσεων που δίχασαν την ελληνική κοινωνία μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τη μεταπολίτευση (εμφύλιος και δικτατορία). Τα αποτελέσματα αυτά αναδείχθηκαν από έρευνα που διεξάχθηκε σε 690 άνδρες και γυναίκες διαφορετικών ηλικιών που τους ζητήθηκε να σημειώσουν ένα συγκεκριμένο γεγονός που επιθυμούν να θυμούνται/ξεχάσουν για πάντα από την ιστορία της Ελλάδας. Στη συνέχεια, οι παραπάνω τρεις οργανωτικές αρχές ελέγχονται πειραματικά σε 254 συμμετέχοντες -άνδρες και γυναίκες- διαφορετικών ηλικιών που, μετά την ανάγνωση κειμένου που παρουσίαζε συνοπτικά τον παρελθόν της Ελλάδας -απομονώνοντας γεγονότα περηφάνιας τραύματος και ντροπής- τούς ζητήθηκε να σημειώσουν ένα συγκεκριμένο γεγονός που επιθυμούν να θυμούνται/ξεχάσουν για πάντα από την ιστορία της Ελλάδας. Στη συνθήκη ελέγχου οι συμμετέχοντες σημείωναν γεγονότα μνήμης/λήθης του ιστορικού παρελθόντος της Ελλάδας. Τα αποτελέσματα ενδυναμώνουν ότι η ιστορική σκέψη των Ελλήνων, επηρεαζόμενη από το πειραματικό πλαίσιο, δομείται γύρω από τρεις οργανωτικές αρχές: μία κυρίαρχη μνήμη, μια τραυματική λήθη και μία λήθη ντροπής.
Μαθαίνοντας και διδάσκοντας με τη βιογραφική μέθοδο.
Παύλος Πανταζής
Τμήμα Κινηματογράφου, Σχολή Καλών Τεχνών, Α.Π.Θ.
Στο κείμενο αυτό αναλύω τη βιογραφία της ερευνητικής μου διαδρομής, θέλοντας να δείξω πώς η διαδικασία της αφήγησης μπορεί να παίξει έναν αναστοχαστικό ρόλο για όλα τα εμπλεκόμενα στην ερευνητική-μαθησιακή διαδικασία μέρη. Καταρχάς, παρουσιάζω την εμπειρία και τα αντιφατικά συναισθήματά μου από τη διεξαγωγή μιας έρευνας που κινείται στην περιοχή του θετικιστικού παραδείγματος. Ακολούθως, δίνω έμφαση στη ‘βιογραφική στροφή’ και χρησιμοποιώντας αποσπάσματα αφηγήσεων ζωής προβαίνω σε ορισμένα θεωρητικά και μεθοδολογικά σχόλια για τον αναστοχαστικό χαρακτήρα της βιογραφικής έρευνας από τη σκοπιά της δι-υποκειμενικότητας. Επιχειρηματολογώ υπέρ των ιστοριών ζωής, υπενθυμίζοντας, ξεχασμένες εν πολλοίς σήμερα, εργασίες των πρωτοπόρων αυτής της παράδοσης (Lewin, Dollard, Festinger, Sherif & Sherif), οι οποίες αγνοήθηκαν και θάφτηκαν στο περιθώριο και στις υποσημειώσεις της ακαδημαϊκής ψυχολογίας. Τέλος, παρουσιάζεται μια απόπειρα σύνδεσης της βιογραφικής έρευνας με την πανεπιστημιακή διδασκαλία και μάθηση, κατανοώντας ότι οι ιστορίες των ατομικών ζωών διασταυρώνονται, εμπεριέχουν και εμπεριέχονται σε ευρύτερες ιστορίες και τη μεγάλη Ιστορία, συνειδητοποιώντας ότι η έρευνα, η διδασκαλία και η μάθηση μπορούν να γίνουν (με) απόλαυση.
Όταν η ομαδικότητα βρίσκεται σε κρίση
Κλήμης Ναυρίδης
Τμήμα Ψυχολογίας, Ε.Κ.Π.Α.
Αφού αναπτύξει εν συντομία ο ομιλητής τα σχετικά με την ψυχική, τη δι-υποκειμενική και την ψυχοκοινωνική συγκρότηση της ομαδικότητας και τη δυναμική της, θα εξετάσει το ζήτημα της κρίσης αναφορικά με την ομάδα γενικώς, αλλά και την οικογένεια και θα εστιάσει στην περίπτωση μιας Μη-Κυβερνητικής Οργάνωσης που δραστηριοποιείται στο χώρο της κοινωνικής και κοινοτικής ψυχιατρικής ασχολούμενη ειδικότερα με την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση και επανένταξη χρόνιων και πρώην ασυλοποιημένων ψυχωτικών.
Η συγκεκριμένη δομή και το νοσηλευτικό προσωπικό που απασχολείται στις διάφορες μονάδες της αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα ως επιπτώσεις της κρίσης που περνάει η χώρα μας, προβλήματα που σε πολλές περιπτώσεις θέτουν σε σοβαρή δοκιμασία, εκτός από τον ψυχισμό των ατομικών υποκειμένων, και την ίδια τη συνοχή των ομαδικών δι-υποκειμενικών δεσμών. Ποιοι είναι οι συλλογικοί μηχανισμοί άμυνας που μοιάζει να εγείρονται στη συγκεκριμένη περίπτωση και ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις και τα αποτελέσματά τους σε διάφορα επίπεδα; Είναι ερωτήματα που θα τεθούν και θα σχολιαστούν στο πλαίσιο αυτής της ομιλίας.
Κοινωνικές αξίες και περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση. Διαπολιτισμική έρευνα
Αντωνία Παπαστυλιανού & Ευριπίδης Παπαδημητρίου
Τμήμα Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας, Ε.Κ.Π.Α.
Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης & Πολιτικής Επιστήμης, Δ.Π.Θ.
Η ανακοίνωση αφορά έρευνα γύρω από το ζήτημα των κοινωνικών αξιών και της σχέσης τους με τις περιβαλλοντικές στάσεις, τη συμπεριφορά και την ευαισθητοποίηση των φοιτητών σχετικά με το θέμα αυτό. Οι στόχοι της έρευνας εστιάζονται στη διερεύνηση των ακόλουθων ερωτημάτων: α. πώς αξιολογούνται από τους φοιτητές οι κοινωνικές αξίες που αφορούν τόσο τη συλλογική δράση όσο και την ατομική στην αλληλεπίδρασή της με το κοινωνικό σύνολο β. πώς αξιολογείται η περιβαλλοντική ευαισθητοποίησή τους σε συγκεκριμένα θέματα από άποψη πληροφόρησης και φιλοσοφικής/ηθικής στάσης γ. πώς αποτυπώνεται στις καθημερινές πράξεις και δράσεις τους η ευαισθητοποίησή τους στα θέματα της προστασίας του περιβάλλοντος και δ. πώς συσχετίζονται οι κοινωνικές αξίες των φοιτητών με την ευαισθητοποίησή τους για τα ζητήματα του περιβάλλοντος και τη συναφή συμπεριφορά τους ως προς αυτά. Οι αναλύσεις περαιτέρω εστίασαν στη διαπολιτισμική σύγκριση ανάμεσα στους συμμετέχοντες από διαφορετικές πολιτισμικές ομάδες. Το ερωτηματολόγιο το οποίο περιλαμβάνει κλίμακες α. κοινωνικών αξιών (ατομικισμός- συλλογικότητα, φιλότιμο-ανθρωπιά, αρμονία με τη φύση κ.λπ) β. στάσεων για τα οικολογικά ζητήματα και γ. συμπεριφορών ως προς την προστασία του περιβάλλοντος, χορηγήθηκε σε φοιτητές διαφόρων τμημάτων Πανεπιστήμιων της Ελλάδας, (Ν=382), της Κύπρου (Ν=193) και της Ελβετίας (Ν=94). Τα αποτελέσματα δείχνουν διαφορές μεταξύ των φοιτητών των τριών χωρών αλλά και διαφορές ανάλογα με το Τμήμα φοίτησης (που υποδηλώνει πιθανά την ύπαρξη ειδικών γνώσεων), ενώ διαφορές παρουσιάζονται ανάλογα με τον προσανατολισμό των φοιτητών στις διαστάσεις των αξιών ατομικισμού / συλλογικότητας: οι φοιτητές που δηλώνουν /σκέφτονται περισσότερο με αξίες συλλογικότητας εκδηλώνουν περισσότερο συχνά θετική περιβαλλοντική συμπεριφορά σε σχέση με αυτούς που δηλώνουν/ σκέφτονται με ατομικιστικές αξίες. Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα από την σκοπιά της Κοινωνικής Ψυχολογίας είναι ότι η σχέση μεταξύ αξιών και συμπεριφοράς δείχνει να είναι ισχυρότερη απ’ ότι εκείνη μεταξύ στάσεων και συμπεριφοράς.
Κρίση αξιών ή οι αξίες της κρίσης: Σταθερότητα και αλλαγή των προσωπικών και των πολιτικών αξιών στην Ελλάδα της οικονομικής ύφεσης
Βασίλης Παυλόπουλος
Τμήμα Ψυχολογίας, Ε.Κ.Π.Α.
Οι αξίες αναφέρονται σε γενικούς σκοπούς που οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ως σημαντικές καθοδηγητικές αρχές στη ζωή τους (Schwartz, 1992). Υπό αυτό το πρίσμα, έχουν αποτελέσει σημαντικό προσδιοριστικό παράγοντα της συμπεριφοράς, τόσο σε ατομικό-ψυχολογικό, όσο και σε κοινωνικό-πολιτισμικό επίπεδο. Η διασύνδεση των αξιών με την ιδεολογία (Jost, Nosek, & Gosling, 2008) τις καθιστά ελκυστικό ερμηνευτικό πλαίσιο για την κατανόηση των μεταβολών που έχουν πιθανώς επέλθει στα συστήματα πεποιθήσεων των Ελλήνων μετά από μερικά χρόνια σοβαρής οικονομικής ύφεσης και συνακόλουθων κοινωνικο-οικονομικών ανακατατάξεων. Παρουσιάζονται εμπειρικά δεδομένα που συλλέχθηκαν σε δύο χρονικά σημεία: την εποχή έναρξης της οικονομικής ύφεσης (2009-10) και πιο πρόσφατα (2013-14), εγχειρηματοποιώντας τρόπον τινά την κρίση ως ένα «φυσικό πείραμα» μεταξύ ατόμων. Με βάση το θεωρητικό μοντέλο για τις αξίες και το εργαλείο μέτρησης του Schwartz και των συνεργατών του (2012), γίνεται διαχρονική σύγκριση του βαθμού συμφωνίας με δέκα βασικές και επτά πολιτικές αξίες, καθώς και με δύο γενικές αρχές νοηματοδότησης του κόσμου (θρησκευτικότητα, πεποιθήσεις περί δικαιοσύνης). Επιπλέον, διερευνάται το μοτίβο των συσχετίσεων των αξιών με όψεις της πολιτικής συμπεριφοράς, όπως ο ιδεολογικός προσανατολισμός και η πολιτική συμμετοχή. Σε περιόδους έντονης ανασφάλειας αναμένεται στροφή προς συντηρητικές αξίες. Επιπλέον, οι αξίες του ανοίγματος στην αλλαγή και της αυθυπέρβασης είναι πιθανόν να προβλέπουν μεγαλύτερη πολιτική συμμετοχή σε δράσεις συναφείς με τη διεκδίκηση και τη διαμαρτυρία. Τα ευρήματα θα συζητηθούν σε συνάρτηση με κοινωνοψυχολογικές θεωρίες για τη διασύνδεση της ιδεολογίας με την ανάγκη διαχείρισης της απειλής και της αβεβαιότητας (Jost, Federico, & Napier, 2009).
Προσανατολισμός αποφυγής και αντίληψη του συναισθήματος: Ο ρόλος των κοινωνικών κινήτρων
Κωνσταντίνος Καφέτσιος & Πανωραία Ανδριοπούλου
Τμήμα Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Κεντρική θέση της θεωρίας δεσμού είναι ότι οι ανασφαλείς προσανατολισμοί και οι σχετικέςστρατηγικές ρύθμισης του συναισθήματος επηρεάζουν την αντίληψη του συναισθήματος. Παρά τον πρωταρχικό ρόλο της αντίληψης του συναισθήματος στην κοινωνική διάδραση, υπάρχει σχετικά περιορισμένη έρευνα για τη σχέση ανάμεσα στους προσανατολισμούς δεσμού και κοινωνικές πτυχές και λειτουργίες της αντίληψης του συναισθήματος. Η παρουσίαση θα συζητήσει αποτελέσματα από πρόσφατες μελέτες που καταδεικνύουν τα κοινωνικά κίνητρα και το διαπροσωπικό πλαίσιο ως ρυθμιστικούς παράγοντες της σχέσης του προσανατολισμού αποφυγής με την αντίληψη του συναισθήματος. Αποτελέσματα από τρεις μελέτες (Kafetsios, Andriopoulos& Papachiou, inpress) έδειξαν ότι συμμετέχοντες με υψηλή αποφυγή που ήταν σε σχέσεις είχαν χαμηλότερη ακρίβεια στην αντίληψη εκφράσεων θετικού συναισθήματος από ότι συμμετέχοντες με υψηλή αποφυγή αλλά χωρίς σχέσεις. Σε μια τέταρτη μελέτη (Andriopoulos & Kafetsios, 2014), συμμετέχοντες με υψηλή αποφυγή και χαμηλά κίνητρα κοινωνικής προσέγγισης είχαν χαμηλότερη ακρίβεια στην αποκωδικοποίηση εκφράσεων θετικού συναισθήματος. Οι μελέτες τονίζουν το ρόλο των κινήτρων κοινωνικής νόησης (motivatedsocialcognition) στην αντίληψη του συναισθήματος στο πλαίσιο της θεωρίας δεσμού στους ενήλικες.
Η Τριγωνική περί Έρωτος Θεωρία στις νεανικές ανεπίσημες σχέσεις: η προβλεπτική εμβέλεια των συστατικών του έρωτα για τις εκβάσεις των σχέσεων
Παναγιώτης Κορδούτης,
Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Η Τριγωνική περί Έρωτος Θεωρία εδράζεται στην ιδέα ότι ο συνδυασμός των τριών συστατικών (Πάθος, Εγγύτητα, Δέσμευση) του έρωτα επαρκεί για την περιγραφή της ποιότητας των ερωτικών σχέσεων. Με το συνδυασμό αυτό παράγεται ταξινομία σχέσεων που και βοηθά στη κατανόησή τους και συμβάλει στον έλεγχο εμπειρικών προσδοκιών για σχεσιακές αντιλήψεις, συμπεριφορές και εκβάσεις. Αρχικά, ελέγχθηκε, σε νεανικό ελληνικό πληθυσμό, η εγκυρότητα και αξιοπιστία του μεθοδολογικού εργαλείου της θεωρίας, του STLS (ΕΤΕΣ - Ερωτηματολόγιο Τριγωνικής Θεωρίας του Στέρνμπεργκ). Κατόπιν, σειρά μελετών έδειξε ότι τα συστατικά του έρωτα προβλέπουν, θεωρητικά εύλογα και διακριτά, την ικανοποίηση στη σχέση, τη διάρκεια των σχέσεων, τη συχνότητα των σεξουαλικών επαφών σ’ αυτές, την εκδήλωση απιστίας και βίας στη σχέση. Επί παραδείγματι, η εγγύτητα και η δέσμευση είναι εκείνα τα συστατικά που προβλέπουν γενική ικανοποίηση. Η αυξημένη δέσμευση ωστόσο, συνδέεται με μακροβιότερες σχέσεις ενώ το πάθος με πιο βραχύβιες. Το πάθος, πάλι, σχετίζεται με αυξημένες σεξουαλικές επαφές, ενώ η δέσμευση με μειωμένες. Από την άλλη μεριά, η μεν η εγγύτητα αυξάνει τη διάθεση για παθητική ή ενεργητική απιστία ενώ η δέσμευση τείνει να περιορίζει, τουλάχιστον, τη σεξουαλική απιστία. Το πάθος προβλέπει συχνότερες εκδηλώσεις λεκτικής βίας στις σχέσεις, ενώ πάθος και δέσμευση και σωματικής βίας. Επίσης, η σύγκλιση μεταξύ της προσδοκόμενης εγγύτητας στις ιδανικές σχέσεις και της βιούμενης στις τρέχουσες πραγματικές σχέσεις συνδέεται με αυξημένη ικανοποίηση. Η σύγκλιση πάθους και δέσμευσης δεν έπαιξε κανένα ρόλο. Επίσης, τα άτομα αναγνωρίζουν ικανοποίηση σε παρελθούσες σχέσεις, στο βαθμό που υπήρξε σύγκλιση ιδανικού και βιωμένου πάθους.
Κίνητρα φιλο0κοινωνικής συμπεριφοράς:
Αγνός αλτρουισμός ή ψυχολογικός εξαναγκασμός;
Ευθύμιος Λαμπρίδης
Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
Η παρούσα έρευνα έχοντας ως θεωρητική αφετηρία τη διαμάχη ανάμεσα στην Yπόθεση ενσυναίσθησης-αλτρουισμού (The empathy-altruism hypothesis – Batson, 1991) και την Υπόθεση της αποφευκτικής μείωσης της έξαψης (Theaversive-arousal reduction Hypothesis – Stocks, Lishner & Decker, 2009) για την ερμηνεία της φιλο-κοινωνικής συμπεριφοράς μελετά τα κίνητρα που υπογραμμίζουν την εκδήλωση συμπεριφοράς βοήθειας. Για τον λόγο αυτό σχεδιάστηκε πειραματική διαδικασία στην οποία έλαβαν μέρος εκατόν είκοσι ενήλικοι (Ν = 120). Αρχικά οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν την κλίμακα των τάσεων φιλο-κοινωνικής συμπεριφοράς (Prosocial Tendencies Measure - Carlo & Randall, 2002) και το Ερωτηματολόγιο του Τορόντο για την ενσυναίσθηση (The Toronto Empathy Questionnaire - Spreng et al., 2009). Στη συνέχεια διαχωρίστηκαν σε 6 ομάδες και εκτέθηκαν σε αντίστοιχες πειραματικές συνθήκες (2 γνωστός-άγνωστος Χ 2 σε ανάγκη βοήθειας-απουσία ανάγκης βοήθειας Χ 2 άσκηση πίεσης για λήψη βοήθειας-απουσία άσκησης πίεσης για λήψη βοήθειας). Τα ευρήματα δείχνουν ότι το επίπεδο ενσυναίσθησης δεν παίζει σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση συμπεριφοράς βοήθειας, ενώ η προτίμηση προς συγκεκριμένους τύπους φιλο-κοινωνικής συμπεριφοράς (ενδοτική, συναισθηματική) σχετίζεται με την εκδήλωση αντίστοιχων τύπων συμπεριφοράς βοήθειας. Επίσης, η οικειότητα με το άτομο που ζητά βοήθεια βρέθηκε να επηρεάζει σημαντικά την εκδήλωση συμπεριφοράς βοήθειας. Η εκδήλωση συμπεριφοράς βοήθειας βρέθηκε να αποτελεί αποτέλεσμα άσκησης ψυχολογικής πίεσης και να υπακούει στο κίνητρο της ψυχολογικής απόδρασης από συνθήκες έκθεσης σε αίτημα για εκδήλωση συμπεριφοράς βοήθειας.
«Τυφλός» και «Εποικοδομητικός» Πατριωτισμός, Συλλογικός «Ναρκισσισμός» και Επιθετικότητα ενάντια σε Εξω-ομάδες
Αλεξάνδρα Χαντζή & Κατερίνα Τσαντίλα,
Τμήμα Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Ο «τυφλός» πατριωτισμός ορίζεται ως άνευ όρων αφοσίωση στην πατρίδα και χαρακτηρίζεται από έλλειψη ανοχής στην κριτική για τη χώρα, ενώ ο «εποικοδομητικός» πατριωτισμός χαρακτηρίζεται από μια κριτική στάση με στόχο τη βελτίωση της χώρας (Schatz et al., 1999). Ο συλλογικός «ναρκισσισμός» αντανακλά συναισθηματικά φορτισμένες, μη ρεαλιστικές πεποιθήσεις για το «μεγαλείο» και την υπεροχή της ενδο-ομάδας (Golec de Zavala et al., 2009). Αν και η ενδο-ομαδική εύνοια δε σχετίζεται απαραίτητα με εξω-ομαδικό «μίσος» (Brewer, 1999), έχει βρεθεί ότι ο συλλογικός ναρκισσισμός και ο τυφλός πατριωτισμός σχετίζονται με διομαδική επιθετικότητα. Η αύξηση των κρουσμάτων επιθετικότητας προς εξω-ομάδες στην Ελλάδα της «κρίσης», σε συνδυασμό με την έξαρση του «πατριωτικού λόγου», αποτέλεσε το έναυσμα για την παρούσα έρευνα, στόχος της οποίας ήταν η διερεύνηση των επιδράσεων του τυφλού και εποικοδομητικού πατριωτισμού και του συλλογικού ναρκισσισμού στην υποστήριξη επιθετικών πράξεων ενάντια σε εξω-ομάδες χαμηλού (μετανάστες) και υψηλού status (Γερμανοί). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο συλλογικός ναρκισσισμός επηρεάζει μόνο έμμεσα την υποστήριξη επιθετικών πράξεων τόσο κατά μεταναστών όσο και Γερμανών, μέσω της επίδρασής του σε «ωμή» και «διακριτική» προκατάληψη (Pettigrew& Meertens, 1995). Ο τυφλός πατριωτισμός επηρεάζει την υποστήριξη επιθετικών πράξεων μόνο κατά μεταναστών, τόσο άμεσα όσο και μέσω της επίδρασής του σε «ωμή» και «διακριτική» προκατάληψη. Τέλος, ο εποικοδομητικός πατριωτισμός έχει άμεση και αρνητική επίδραση στην υποστήριξη επιθετικών πράξεων κατά των Γερμανών. Η συζήτηση επικεντρώνεται στο πώς διαφορετικές όψεις της αφοσίωσης στην ενδο-ομάδα, επηρεάζουν τις διομαδικές σχέσεις, ανάλογα με το statusτης εξω-ομάδας.
Ανάγκες σχολικών μονάδων της Αττικής με μαθητές Ρομά: αντιλήψεις εκπαιδευτικών
Γκαρή, Α., Μυλωνάς, Κ. & Χατζηχρήστου, Χ.
Τμήμα Ψυχολογίας, Ε.Κ.Π.Α.
Η παρουσίαση εστιάζει στην καταγραφή των αναγκών εκπαιδευτικών 63 σχολικών μονάδων που συμμετείχαν στο Πρόγραμμα ΕΣΠΑ «Εκπαίδευση μαθητών Ρομά» (2011-2013). Οι ανάγκες των εκπαιδευτικών διερευνώνται μέσω ερωτηματολογίου 26 ερωτήσεων που συμπλήρωσαν οι εκπαιδευτικοί σε συνεργασία με σχολικούς ψυχολόγους-συντοντιστές, σχετικά με το προφίλ των σχολικών μονάδων ως προς τη συνεργασία τους με τις οικογένειες των μαθητών και ειδικότερα των μαθητών Ρομά, τη συνεργασία τους με υπηρεσίες της κοινότητας και άλλες θεσμικές ομάδες παρέμβασης, την εξοικείωση των σχολείων με προγράμματα παρέμβασης στο σχολείο σε συνδυασμό με το βαθμό που επιθυμούσαν να λάβουν μέρος στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, και τέλος την ανάγκη για αντιμετώπιση θεμάτων σχολικής και ψυχοκοινωνικής προσαρμογής και κυρίως την προσαρμογή μαθητών που ανήκουν σε διάφορες κοινωνικο-πολιτισμικές ομάδες, όπως οι Ρομά μαθητές. Με τη χρήση της πολυδιάστατη γεωμετρικής βαθμονόμησης ομοιοτήτων διαφαίνονται τρεις ομοιογενείς ομάδες χαρακτηριστικών-γνωρισμάτων, σε τέσσερις περιοχές της Αττικής, ως εξής: α) "Δυσκολίες με μαθητές Ρομά και Θεσμοί-σχολικοί και της κοινότητας" που συντελούν στην αντιμετώπιση, β) "Συνεργασία Σχολείου με την Κοινότητα και γ) "Βαθμός λειτουργικότητας του σχολείου και ανάγκες για προγράμματα παρέμβασης". Η σύγκριση των τεσσάρων περιοχών των σχολείων αναδεικνύει διαφορές ως προς τη διάσταση "Συνεργασία Σχολείου με τη Κοινότητα". Αξιολογείται η ανάγκη για διαφοροποίηση των μορφών ψυχοκοινωνικής και συμβουλευτικής παρέμβασης στις σχολικές αυτές μονάδες, με βάση τα κοινά και διαφορετικά χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν.